Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Άνοιξα την καρδιά μου και έγινε ένα με το γκρίζο,
η γρκίζα πόλη με ξέχασε να σφυριζω,
τα αρώματα της να μυρίζω,
μα με χει μάθει με μίσος να με ποτίζω,
με χίλιες και μία σκέψεις το μυαλό να πλημμυρίζω,
και όσο για σένα είσαι πιο χάλια,
σε βλέπω κάθε χάραμα με άδεια μπουκάλια,
να λέω τα βράδυα παραμύθια,
ικανοποιώντας πλέον μια παλιά σου συνήθεια,
το στόμα πλέον είναι άχρηστο αφού η φωνή βγαίνει μόνο από τα στήθια,
έγινες και συ μια παλιά κακιά συνήθεια,
που οι ανησυχίες βαραίνουν τη ψυχή,
που οι δικές σου και οι δικές μου φτάνουν για να καλύψουν όλη τη γη,
νιώθω αδερφέ μου στα μάτια σου τη παρακμή
τη κούραση που σε κατέχει,
κάθε σκέψη που στο μυαλό σου με μίλια τρέχει,
το έρμο δεν αντέχει,
μετατέθει την κόπωση σε πράξεις που προκαλούν ψύχωση και πώρωση,
και ψάχνω μέρα βράδυ λύση στο θέμα σου να βρω,
μα το τοίχος που μας χωρίζει δε βοηθάει διόλου σε αυτό,
και εγώ,
σιγά σιγά ψυχορραγώ,
βουβά πενθώ,με κλαυθμό και οδειρμό,
μέσα σε μια τρύπια με φως από της χαραμάδας της μικρής ουλή,
η ψύχη μου τρέχει και ανησυχεί,
σπρώχνει τα δόντια μπας και σωτηρία βρει,
μα ούτε αυτή ούτε και συ βρίσκεται δρόμο για φυγή

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

μεχ

τι σε φοβιζει,τι ειναι αυτό που το αχυρενιο μυαλό σου σε σκέψη βάζει
με σκοτούρες σε γεμιζει,δεν σε βοηθά μα σε πετά πιο κατώ
σε ριχνει μεχρι να πιασεις πάτω,γυαλι σπασμενο,προσωπο σαπιο διαλημενο,
ατημελητο και ελαχιστα περιποιημενο,τη χαρά προσμενει το δολιο λυπημενο

αλλο ενα σαπιο γραπτο

αγχος πνιγμενο στου μυαλιου μας τη γωνια,παση αγαπη στη γη νοθεια,εικονες βιας στα σχολεια,νιωθω αηδια,το κεφαλι σε κελι κλεισμενο το καλοκαιρι φλεγεται και το χειμωνα παγωμενο σαν χωνακι παγωτο,νιωθεις τη νυχτα καθετα να ανεβαζει η σκεψη σου τον πυρετο,βιος ανθοσπαρτοε μπιαζει πλεον κατι ουτοπικο,μη ψαξεις συνοχη στα λογια μου,ισως με περασεις γ τρελο,κρανιου τοπος το μερος που κατοικω,το ψωφοκρυο εχουμε συντροφια καθε δειλινο,τοιχος γκριζος με γραμμες μαυρες γραμμενεσ,σαν τελευταιες επιθυμιες πανω χαραγμενες,μονες αλλωτριομενες,σαν ανθρωπων σχεσεις στα σκουπιδια πεταμενες,σαν παραγκουπολεις απο τις κοινωνιες ξεγραμμενες,λεγοντας λεξεις που μενουυν μονο νοερα ειπωμενες

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

τα ματια βγαζω γ να σε θυμαμαι οπως ησουν παλια

κουραστηκα σιχαθηκα να τσακιζω το εγω μου,δε εχω κατι αλλο να πω,συνεχεια με δοκιμαζω,και τα βραδυα με κλαματα σπαραζω,στης πολης το γκριζο πεπλο ασπαζω,οσο βραδιαζει ολο και παραπανω του μοιαζω,αισθηματα και μυστικα δε μοιραζω,ολα για παρτη μου  και μονος συχνα αραζω,σα λουλουδι ομορφο μαραζω στο χειμωνα ειμαι λιωμα,στο γραφειο πανω πτωμα,στα αυτια μου πωμα γ να μη με  μαυλιζεις μαγικα, τα ματια βγαζω γ να σε θυμαμαι οπως ησουν παλια

αλλο ενα ασκοπο γραπτο

καπου χαραμιζομαι,με χημικα κοκτειλ ποτιζομαι,τα λουλουδια την ανοιξη με μισος ανθιζουνε,τοσο πολυ που απο τοση πικρα θελει να τα φαει η γη,σε ενα κλεισμενο κουτι,ονειρα ψωφια βρωμανε σαν μουχλιασμενο τυρι,και γιατι,να φτασει ως εαυτος μας στο ναδιρ, και σε καθε λαθος που κανουμε φωναζουμε αι σιχτιρ,μουτρα κατω,νερο στο μετωπο για να φυγω απο το πατο,το αισθημα ανοιγει στα δυο οπως το σπαγγατο,μυαλο βγαλμενο πανω σε πιατο,αφου τρως σκατα ,που απαρτιζουν το νου σου τελικα

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

αδερφε μου..

αδερφε μου τραβιεμαι μονος,μαζι μου δε σε παιρνω μαζι μου γιατι ειναι μακρυς ο δρομος,ως επεο ι το πλειστον με πνιγει ο φθονος,και ουτε δε με γιατρευει ο ιδιος ο χρονος,κανε μια παυση,ελα κοντα μου και νιωσε τη αδυναμη μου κραση,χαμμενος σε αλλη φαση,σε εποχη μη υπαρκτη,σε τοπιο γκρι,του χειμωνα το πεπλο καθε βραδυ ξυνει  πληγη,και εσυ εκει στη ιδια σταση ,σαν που αξιωθηκες να σαι απο γυαλι,απο τη μια,κρατα αδερφε τη νυχτα αυτη,σ δινω το λογο,θα σε σωσω απο τα δοντια της μεχρι τη χαραυγη

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

που να σαι χαμμενη

που να σαι τωρα χαμμενη στης πολης τα στενα δε το χωραει ο μικρος μου νους,γραφω χιλιαδες στιχους γ παρτη σου και δε καταριεμαι ουτε ενα απο αυτους,αν και στο τελος χανονται σαν και σενα στης πολης τους πηχτους καπνους, τελευταια με βρισκω εξισου βαδετο με αυτους,ριχνω τους πεσσους στη δικη μου τη σειρα,μα οι πιθανοτητες με πνιγουν για αλλη μια φορα

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

"Μετά από σχεδόν ένα χρόνο,η επιθυμία μου για να γράψω φούντωνε συνεχώς, ωθώντας με να γράψω το παρακάτω κείμενο "

Κυκλοθυμίες,νύχτες κρύες,παιδικές φοβίες,αρρωστημένες αμαρτίες,οικονομικές ατασθαλίες,ψεύτικες φιλίες,χίλιες δύο παρανομίες,κοινωνικές αδικίες,σωμάτων αγοραπωλησίες,ριψοκίνδυνες χημείες,άσκοπες περιπλανήσεις σε έρημες τοποθεσίες,στων πόλεων τις χαμμένες συνοικίες,εκεί που γκρεμίζονται οι σχέσεις σαν πύργοι άπο άμμο,εκεί που χάνω τον εαυτό μου σε μια σκέψη απανω,σε μέρη που συχνά πυκνά τον εαυτό μου χάνω,και αναζητώ την τελευταία γεύση από τα χείλη σου πριν πεθάνω,και να αποτρέψω τον εαυτό μου από το να ξανααμαρτάνω,μα κάπου σε χάνω,και τραβιέμαι σε περίεργα μέρη,εκεί που μαζέψω λίγη ανθρωπιά με το πανέρι,μα εσύ,έφυγες πριν τη στροφή,άλλαξες πορεία και μάφησες μονάχο μου στην τελική,σε αντίθεση με τα άπειρα αμάξια που διασχίζουν την εθνική,αφαιρώνοντας λεπτά από τη σάπια τη ζωή μου τη μικρή,βαρέθηκα να ψάχνω την αγάπη και νόημα να βρω,όταν όλοι τριγύρω μου νοιάζονται για τον πλούτο και το ρευστό,και τη καρδιά μου την άδεια να πεθαίνει κάθε βράδυ και να σπα σε χίλια κομμάτια,για τα δικά σου πόρφυρα μάτια,μα γάματα,συχνά γυρνώ σε στένα αλλόκοτα μέσα στα χαράματα,τα κλειδιά μου τα ψιλά μου και 1-2 μικροπράματα,τη μουσική μου για παρέα και το βράδυ να περνά ωραία,και στον ύπνο μου συναντώ άπειρες διαβάτες,ψυχές ,νυχτοπερπατητές,δυνατές βοές,ανήσυχες σκέψεις και ανασφαλείς κοπελιές,εκεί που η φαντασία μαζί σου παίζει,με τα ιδεώδη και τα όνειρα σου σε πλανεύει,και ο κίνδυνος στη γωνία ελλοχεύει,πουλώντας τη σάρκα σου για να μη σε παιδεύει,ισορροπώντας σε παλώμμενο σκοινί πάνω από την αγχώνη,και πόσο σκιάζομαι όταν το δάκρυ σου τη γη ανταμώνει,και όσο βλέπω το γκρεμό η θέληση να πέσω όλο και με πωρώνει,να απεμπολίσω ότι νωθρό τη καρδιά μου λερώνει ,να βρω τη λάμψη που όλους λυτρώνει,αν και το ξυράφι το λαιμό σημώνει,καληνύχτα γλυκιά μου περσεφόνη