Άνοιξα την καρδιά μου και έγινε ένα με το γκρίζο,
η γρκίζα πόλη με ξέχασε να σφυριζω,
τα αρώματα της να μυρίζω,
μα με χει μάθει με μίσος να με ποτίζω,
με χίλιες και μία σκέψεις το μυαλό να πλημμυρίζω,
και όσο για σένα είσαι πιο χάλια,
σε βλέπω κάθε χάραμα με άδεια μπουκάλια,
να λέω τα βράδυα παραμύθια,
ικανοποιώντας πλέον μια παλιά σου συνήθεια,
το στόμα πλέον είναι άχρηστο αφού η φωνή βγαίνει μόνο από τα στήθια,
έγινες και συ μια παλιά κακιά συνήθεια,
που οι ανησυχίες βαραίνουν τη ψυχή,
που οι δικές σου και οι δικές μου φτάνουν για να καλύψουν όλη τη γη,
νιώθω αδερφέ μου στα μάτια σου τη παρακμή
τη κούραση που σε κατέχει,
κάθε σκέψη που στο μυαλό σου με μίλια τρέχει,
το έρμο δεν αντέχει,
μετατέθει την κόπωση σε πράξεις που προκαλούν ψύχωση και πώρωση,
και ψάχνω μέρα βράδυ λύση στο θέμα σου να βρω,
μα το τοίχος που μας χωρίζει δε βοηθάει διόλου σε αυτό,
και εγώ,
σιγά σιγά ψυχορραγώ,
βουβά πενθώ,με κλαυθμό και οδειρμό,
μέσα σε μια τρύπια με φως από της χαραμάδας της μικρής ουλή,
η ψύχη μου τρέχει και ανησυχεί,
σπρώχνει τα δόντια μπας και σωτηρία βρει,
μα ούτε αυτή ούτε και συ βρίσκεται δρόμο για φυγή
Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου