Με βλέπω το βράδυ να γυρνάω, στις γειτονιάς μου το τετράγωνο να παραπατάω
πόνο να μην αισθάνομαι πια, γιατί το αλκοόλ με κάνει να μην πονάω πια
προχωρώ να βρω κάποιον να του πω για μια στιγμή, να του πω ότι πέρασα γιατί σε αυτή την φρικτή ζωή
μα όπου και να πάω, άνθρωπο πουθενά δεν συναντάω
αναροτιέμαι αν χάθηκα στο σκοτάδι, ή αν είναι του μυαλού κάποιο ψεγάδι
ξαποστάζω λίγο στην της γειτονιάς το γιοφύρι, έκανα μία τζούρα και καιγόμουν σα να μουν σε λιοπύρι
παρακάτω ψάχνω να βρω παλιούς γνωστούς για να τους ξηγήσω, τι παίζει στην ζωή μου λίγο πριν τους αφήσω
μα πουθενά, όλα τριγύρω μου μοιάζουνε νεκρά
συνεχίζω λίγο πιο κάτω,γύρω μου γέρικα δέντρα και κάπου εκεί σιμά ένα παιδί να τα πίνει με τη μια
πλησιάζω με με δισταγμό, τον ρωτάει τι έχει γίνει μα με κοίταξε χωρίς σεβασμό
μου εξηγεί ότι είχε μια κόπελια, μα σήμερα το χάραμα την πήρε ο χάρος τελικά
ήταν άρρωστη κάμποσες μέρες, και οι νύχτες του παιδιού ήταν γέματες με φοβέρες
μου βάζει λίγο ουίσκι να πιω, χλωμώνω στο δράμα αυτό και το πίνω αμέσως εγώ
προχωράω παρακάτω, προσπαθώντας να σηκώσω το παλικάρι από τον πάτο
μα βλέπω κάτι παιδιά να μαλλώνουν με μαχαίρια
με μετά από λίγο βλέπω το ένα παιδί με χέρια κομμένα , σπεύδω για βοήθεια, ακουμπάω την καρδιά του μα όλα ήταν τελειωμένα
μετά από τέτοιο γεγονός, χτυπάω τηλέφωνο στους φίλους για να τους πω πως
έγιναν όλα αυτά, μα στην άλλη άκρη η γραμμή είναι νεκρή πάραυτα
ιδρώτας πάνω στο πρόσωπο μου, ψάχνω κάπου να ξαποστάσω για το καλό μου
πριν προλάβω κάπου να αράξω, ακούω βήματα γοργά και γυρνάω με μιας γυρνάω μαα
είχα φάει μπουνιά στο κεφάλι, τότε μου ήρθε ζάλι μεγάλη
πέφτω αναίσθητος στο χώμα, και ένιωσα το σώμα μου σαν πτώμα
σηκώνομαι μετά από κάμποσα λεπτά, μα βλέπω να έχω να χάσει κινητό και λεφτά
συνεχίζω το δρόμο από το αριστερό στενό, και θωρώ αμέσως ένα πληγωμένο αλβανό
πάω κοντά και του δένω την πληγή, με ευχαριστεί και κάτι στο αυτί μου ψιθυρεί
και μετά από λίγο στρίβει σε μια στροφή
καθώς βηματίζω κάπως πιο γοργά, βλέπω ένα πάρκο σκοτεινό χωρίς άτομα εκεί δα
πάω εκεί για λίγο ξαποστάσω, και όλα όσα έγιναν για λίγο να ξεχάσω
και βλεπω παρακάτω ένα δυο αλάνια, που από τον πολύ καπνό είχαν γίνει ντουμάνια
μου σύρουν μια φωνή:" εσύ με τα σκισμένα ρούχα γιάγυρε μια στιγμή"
πλησιάζω με φόβο κάπου εκεί κοντά, και μου λένε έλα να μιλήσουμε για λιγο φιλικά
είπαμε 2-3 πράματα, ωσώτου να έρθουν τα χαράματα
μα λίγο πριν χαράξει η αυγή, ήμουν πάλι μόνος στην ερημιά αυλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου